8 αποτελέσματα για «堤»
堤防 ていぼう N1
ουσιαστικό
- 01 ανάχωμα, φράγμα, επιχωμάτωση
堤 つつみ
ουσιαστικό
- 01 ανάχωμα, όχθη
- 02 ταμιευτήρας, λιμνάζον ύδωρ
堤防を築く ていぼうをきずく
άλλο, ρήμα
- 01 κατασκευάζω ανάχωμα
堤を築く つつみをきずく
άλλο, ρήμα
- 01 κατασκευάζω ανάχωμα
堤頂 ていちょう
ουσιαστικό
- 01 κορυφή φράγματος, στέψη φράγματος
堤体 ていたい
ουσιαστικό
- 01 σώμα φράγματος, σώμα αναχώματος
堤塘 ていとう
ουσιαστικό
- 01 ανάχωμα, όχθη, φράγμα
堤
- 01 ανάχωμα
- 02 όχθη
- 03 ανάχωμα, επίχωμα