5 αποτελέσματα για «堵»
堵 と
ουσιαστικό
- 01 φράχτης, τοίχος, θάμνος
堵列 とれつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παράταξη ατόμων, σχηματισμός σειράς, στοίχιση (πλάι-πλάι)
堵の如し とのごとし
άλλο
- 01 πυκνός, σαν τείχος (για πλήθος θεατών), αναρίθμητος, σε τεράστιο αριθμό
堵に安んずる とにやすんずる
άλλο, ρήμα
- 01 ζω ειρηνικά (για τους ανθρώπους)
- 02 εγκαθίσταμαι, ανακουφίζομαι, ησυχάζω
堵
- 01 φράχτης
- 02 κάγκελο
- 03 περίφραξη