9 αποτελέσματα για «塁»
塁 るい
ουσιαστικό
- 01 βάση, σάκος (στο μπέιζμπολ)
- 02 οχυρό, φρούριο
塁に出る るいにでる
άλλο, ρήμα
- 01 καταλαμβάνω βάση
塁壁 るいへき
ουσιαστικό
- 01 προμαχώνας, τείχος οχύρωσης
塁審 るいしん
ουσιαστικό
- 01 διαιτητής βάσης
塁打 るいだ
ουσιαστικό
- 01 χτύπημα στη βάση
塁球 るいきゅう
ουσιαστικό
- 01 σόφτμπολ
塁打数 るいだすう
ουσιαστικό
- 01 συνολικός αριθμός βάσεων
塁上 るいじょう
ουσιαστικό
- 01 στη βάση
- 02 πάνω σε οχυρό
塁
- 01 βάσεις
- 02 οχυρό, φρούριο
- 03 προμαχώνας, τείχος
- 04 τείχη
- 05 βάση (μπέιζμπολ)