15 αποτελέσματα για «塊»
塊 かたまり N2
ουσιαστικό
- 01 κομμάτι, μάζα, σβώλος, δέμα, συστάδα, όγκος
- 02 ομάδα, πλήθος
- 03 ενσάρκωση, προσωποποίηση (μιας ιδέας, ιδιότητας, συναισθήματος κ.λπ.)
塊肉 かたまりにく
ουσιαστικό
- 01 κομμάτι κρέατος (π.χ. για ψήσιμο), μεγάλο κομμάτι κρέατος
塊状 かいじょう
ουσιαστικό
- 01 μαζικός, ογκώδης, σε σχήμα μπλοκ, συσσωματωμένος, συνενωμένος
塊茎 かいけい
ουσιαστικό
- 01 κόνδυλος
塊根 かいこん
ουσιαστικό
- 01 κονδυλώδης ρίζα
塊然 かいぜん
επίρρημα, άλλο
- 01 απομονωμένος, ακίνητος
塊炭 かいたん
ουσιαστικό
- 01 κομμάτια κάρβουνου, κομμάτια άνθρακα
塊鉱 かいこう
ουσιαστικό
- 01 μεταλλευματικό τεμάχιο
塊土 かいど
ουσιαστικό
- 01 κομμάτι γης
塊村 かいそん
ουσιαστικό
- 01 συγκεντρωμένος οικισμός
塊状溶岩 かいじょうようがん
ουσιαστικό
- 01 μπλοκ λάβα
塊鉄 かいてつ
ουσιαστικό
- 01 ράβδος χάλυβα, μάζα σιδήρου, χαλύβδινη πλάκα
塊芋 ホドイモ
ουσιαστικό
- 01 απίο η περιουσία, χόντο, φασολόπατα
塊魂 かたまりだましい
ουσιαστικό
- 01 Καταμάρι Νταμάσι (βιντεοπαιχνίδι του 2004)
塊
- 01 σβώλος (π.χ. χώματος)
- 02 κομμάτι, όγκος, σβώλος
- 03 κομμάτι, χοντρό κομμάτι
- 04 θρόμβος, πήγμα
- 05 μάζα, όγκος