8 αποτελέσματα για «塑»
塑像 そぞう
ουσιαστικό
- 01 γύψινο ομοίωμα, πήλινο ειδώλιο
塑造 そぞう
ουσιαστικό
- 01 πλάσιμο, μορφοποίηση, μοντελοποίηση
塑性 そせい
ουσιαστικό
- 01 πλαστικότητα
塑性変形 そせいへんけい
ουσιαστικό
- 01 πλαστική παραμόρφωση
塑弾性 そだんせい
ουσιαστικό
- 01 πλαστικοελαστικότητα
塑性限界 そせいげんかい
ουσιαστικό
- 01 πλαστικό όριο
塑性指数 そせいしすう
ουσιαστικό
- 01 δείκτης πλαστικότητας
塑
- 01 πρότυπο
- 02 καλούπωμα