8 αποτελέσματα για «塔»

とう N3

ουσιαστικό

  1. 01 πύργος, κωδωνοστάσιο, οβερός
  2. 02 στούπα, παγόδα, ντάγκομπα
塔子 ターツ

ουσιαστικό

  1. 01 τάτσου (συνδυασμός δύο πλακιδίων που χρειάζεται ένα ακόμα για να ολοκληρωθεί η τριάδα)
塔屋 とうや

ουσιαστικό

  1. 01 υπερκατασκευή δώματος, όπως πύργος ή μηχανοστάσιο ανελκυστήρα
塔頭 たっちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός ναός Ζεν που χτίστηκε για να τιμήσει τον θάνατο ενός αρχιερέα
  2. 02 δευτερεύων ναός εντός του περιβάλλοντος χώρου ενός κεντρικού ναού
塔婆 とうば

ουσιαστικό

  1. 01 στούπα, παγόδα
  2. 02 ξύλινη επιτύμβια πλάκα
塔楼 とうろう

ουσιαστικό

  1. 01 ψηλό κτίριο, πύργος
塔跡 とうあと

ουσιαστικό

  1. 01 ερείπια πύργου
  1. 01 παγόδα
  2. 02 πύργος
  3. 03 καμπαναριό