6 αποτελέσματα για «填»
填補 てんぽ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναπλήρωση (ελλείμματος, απώλειας κ.λπ.), κάλυψη, αποζημίωση, συμπλήρωση, ανεφοδιασμός
填星 てんせい
ουσιαστικό
- 01 Κρόνος (πλανήτης)
填詞 てんし
ουσιαστικό
- 01 τσου (μορφή κινεζικής ποίησης)
填隙 てんげき
ουσιαστικό
- 01 στοκάρισμα, σφράγιση αρμών
填料 てんりょう
ουσιαστικό
- 01 υλικό πλήρωσης (για την κατασκευή χαρτιού), πληρωτικό υλικό
填
- 01 συμπληρώνω