22 αποτελέσματα για «塵»

ちり N1

ουσιαστικό

  1. 01 σκόνη
  2. 02 σκουπίδια, απορρίμματα, ακαθαρσίες
  3. 03 αμελητέα ποσότητα, απειροελάχιστο κομμάτι
  4. 04 κοσμική φασαρία (της ζωής), εγκόσμιες μέριμνες, εγκόσμια ρυπαρότητα
  5. 05 τελετουργικές κινήσεις που υποδηλώνουν ότι ένας αγώνας θα είναι καθαρός
塵芥 じんかい

ουσιαστικό

  1. 01 σκουπίδια, απορρίμματα, σκύβαλα
  2. 02 άχρηστο πράγμα
じん

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 ρύπανση, ακαθαρσία, βάσανο
  2. 02 αντικείμενο (που γίνεται αντιληπτό με το νου ή τις αισθήσεις)
  3. 03 ένα δισεκατομμυριοστό
塵埃 じんあい

ουσιαστικό

  1. 01 σκόνη, ρύπος
  2. 02 θλιβερός κόσμος, καθημερινές ασήμαντες υποθέσεις
塵ほど ちりほど

άλλο

  1. 01 ούτε στο ελάχιστο, ούτε καν ψίχουλο
塵塚 ちりづか

ουσιαστικό

  1. 01 σωρός σκουπιδιών, χωματερή
塵旋風 じんせんぷう

ουσιαστικό

  1. 01 ανεμοστρόβιλος σκόνης
塵灰 じんかい

ουσιαστικό

  1. 01 σκόνη και στάχτη
塵芥車 じんかいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 απορριμματοφόρο
塵界 じんかい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός ο μουντός κόσμος
塵払い ちりはらい

ουσιαστικό

  1. 01 ξεσκονόπανο
  2. 02 ξεσκόνισμα, απομάκρυνση σκόνης
ゴミ

ουσιαστικό

  1. 01 σκουπίδια, απορρίμματα, σκύβαλα, κατάλοιπα
塵バケツ ごみバケツ

ουσιαστικό

  1. 01 κάδος απορριμμάτων
塵手水 ちりちょうず

ουσιαστικό

  1. 01 τελετουργικές κινήσεις (κάθισμα, παλαμάκια κ.ά.) που υποδηλώνουν ότι ένας αγώνας θα είναι καθαρός
塵浄水 ちりじょうずい

ουσιαστικό

  1. 01 τελετουργικό χειροκρότημα και τρίψιμο των παλαμών
塵蜱 ちりだに

ουσιαστικό

  1. 01 ακάρεα σκόνης (Dermatophagoides spp.)
塵の尾 ちりのお

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ουρά σκόνης (ενός κομήτη)
塵の世 ちりのよ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 διεφθαρμένος κόσμος, μάταιος κόσμος των ζωντανών, εφήμερη ζωή
塵ツモ ちりつも

άλλο

  1. 01 το λίγο-λίγο γίνεται πολύ, η φειδώ φέρνει αφθονία
塵点劫 じんでんごう

ουσιαστικό

  1. 01 ακατάληπτα μεγάλο χρονικό διάστημα, αιωνιότητα