7 αποτελέσματα για «墳»

墳墓 ふんぼ

ουσιαστικό

  1. 01 τάφος, μνήμα
墳丘 ふんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τύμβος, ταφικός λόφος
墳丘墓 ふんきゅうぼ

ουσιαστικό

  1. 01 τάφος ενσωματωμένος σε τύμβο της περιόδου Γιαγιόι
墳塋 ふんえい

ουσιαστικό

  1. 01 τάφος, μνήμα, νεκροταφείο
墳墓発掘 ふんぼはっくつ

ουσιαστικό

  1. 01 βέβηλη παραβίαση τάφου, ανασκαφή τάφου
墳墓発掘罪 ふんぼはっくつざい

ουσιαστικό

  1. 01 αδίκημα της εκταφής τάφου
  1. 01 τάφος
  2. 02 τύμβος, χωμάτινος λόφος