6 αποτελέσματα για «壇»
壇上 だんじょう
ουσιαστικό
- 01 πάνω σε εξέδρα, πάνω σε βήμα, πάνω σε βωμό
壇 だん
ουσιαστικό
- 01 εξέδρα, βάθρο, βήμα, άμβωνας
- 02 τελετουργικός λόφος
- 03 κόσμος (της ποίησης χαϊκού, της τέχνης, κλπ.), φιλολογικοί κύκλοι
- 04 μαντάλα
壇場 だんじょう
ουσιαστικό
- 01 εξέδρα
壇ノ浦の戦い だんのうらのたたかい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ναυμαχία του Νταν-νο-ούρα (η τελική μάχη του πολέμου Γκενπέι, 1185)
壇ノ浦の合戦 だんのうらのかっせん
ουσιαστικό
- 01 ναυμαχία του Νταν-νο-ούρα (τελική μάχη του πολέμου Γκενπέι, 1185)
壇
- 01 βάθρο
- 02 σκηνή
- 03 βήμα, εξέδρα
- 04 εξέδρα, αναβαθμός