6 αποτελέσματα για «夙»

しゅく

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνικά αποκλεισμένοι άνθρωποι που ζούσαν στην περιοχή του Κιότο από την περίοδο Καμακούρα έως την περίοδο Έντο
夙に つとに

επίρρημα

  1. 01 προ πολλού, από παλιά, από τα παιδικά χρόνια
  2. 02 πολύ πρωί, με το χάραμα
夙夜 しゅくや

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 από το πρωί μέχρι το βράδυ, νυχθημερόν, συνεχώς
夙成 しゅくせい

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμη ωρίμανση
夙志 しゅくし

ουσιαστικό

  1. 01 διακαής πόθος
  1. 01 πολύ νωρίς
  2. 02 προ πολλού
  3. 03 σε μικρή ηλικία