7 αποτελέσματα για «奄»

奄々 えんえん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 λαχανιασμένος
奄美の黒兎 あまみのくろうさぎ

ουσιαστικό

  1. 01 λαγός της Αμάμι (Pentalagus furnessi), λαγός των Ριούκιου
奄美雀鯛 アマミスズメダイ

ουσιαστικό

  1. 01 καστανοουρά χρωμίς (Chromis chrysura)
奄美鼻先蛙 あまみはなさきがえる

ουσιαστικό

  1. 01 βάτραχος Αμάμι με μυτερή μύτη (Odorrana amamiensis)
奄美星空河豚 アマミホシゾラフグ

ουσιαστικό

  1. 01 λευκοστικτος λαγοκέφαλος (Torquigener albomaculosus)
奄美棘鼠 アマミトゲネズミ

ουσιαστικό

  1. 01 ακανθομύς του Αμάμι (Tokudaia osimensis)
  1. 01 καλύπτω
  2. 02 πνίγω
  3. 03 εμποδίζω