33 αποτελέσματα για «契»
契約 けいやく N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συμβόλαιο, συμφωνία, σύμφωνο
契約書 けいやくしょ
ουσιαστικό
- 01 συμβόλαιο, έγγραφη συμφωνία
契約者 けいやくしゃ
ουσιαστικό
- 01 συμβαλλόμενος, συνδρομητής, κάτοχος ασφαλιστηρίου συμβολαίου (ασφάλιση)
契機 けいき N3
ουσιαστικό
- 01 ευκαιρία
- 02 αφορμή, αιτία
契り ちぎり
ουσιαστικό
- 01 υπόσχεση, όρκος
- 02 σεξουαλική επαφή, συνουσία
- 03 πεπρωμένο, μοίρα, κάρμα
契約を交わす けいやくをかわす
άλλο, ρήμα
- 01 υπογράφω συμβόλαιο
契約違反 けいやくいはん
ουσιαστικό
- 01 παραβίαση σύμβασης
契る ちぎる
ρήμα
- 01 δεσμεύομαι, ορκίζομαι, υπόσχομαι
- 02 συνευρίσκομαι σεξουαλικά (ειδικά μεταξύ συζύγων), μοιράζομαι το κρεβάτι
契約社員 けいやくしゃいん
ουσιαστικό
- 01 συμβασιούχος υπάλληλος
契約期間 けいやくきかん
ουσιαστικό
- 01 διάρκεια συμβολαίου
契約金 けいやくきん
ουσιαστικό
- 01 προκαταβολή, χρηματικό ποσό συμβολαίου
契約条件 けいやくじょうけん
ουσιαστικό
- 01 όροι συμβολαίου, όροι σύμβασης
契約不履行 けいやくふりこう
ουσιαστικό
- 01 μη εκπλήρωση σύμβασης, αντισυμβατική συμπεριφορά, αθέτηση σύμβασης
契約結婚 けいやくけっこん
ουσιαστικό
- 01 συμβατικός γάμος, γάμος με συμβόλαιο
契約交渉 けいやくこうしょう
ουσιαστικό
- 01 διαπραγμάτευση συμβολαίου, συζήτηση συμβολαίου
契約締結 けいやくていけつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σύναψη σύμβασης, ολοκλήρωση σύμβασης
契約満了 けいやくまんりょう
ουσιαστικό
- 01 λήξη σύμβασης, λήξη συμβολαίου
契丹 きったん
ουσιαστικό
- 01 Κιτάν, εθνοτική ομάδα της Μογγολίας
契約法 けいやくほう
ουσιαστικό
- 01 δίκαιο των συμβάσεων, συμβατικό δίκαιο
契約更改 けいやくこうかい
ουσιαστικό
- 01 ανανέωση σύμβασης