11 αποτελέσματα για «奔»
奔流 ほんりゅう
ουσιαστικό
- 01 ορμητικό ρεύμα, ραγδαία ροή, χειμαρρώδες ρεύμα
奔走 ほんそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τρέξιμο, καταβολή κάθε προσπάθειας, απασχόληση με κάτι, εντατική ενασχόληση, διαμεσολάβηση, προσπάθειες
奔放 ほんぽう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ασύδοτος, απελευθερωμένος, υπερβολικός, ανεξέλεγκτος
奔馬 ほんば
ουσιαστικό
- 01 ατίθασο άλογο, καλπάζον άλογο
奔騰 ほんとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκτοξεύομαι (π.χ. σε τιμή), πηδώ, γνωρίζω ραγδαία άνοδο, απότομη αύξηση
奔出 ほんしゅつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκτόξευση, ξεχείλισμα
奔命 ほんめい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξαντλούμαι από τη δουλειά
奔放自在 ほんぽうじざい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ελεύθερος και ανεξέλεγκτος, συμπεριφέρομαι με εγκατάλειψη, αυθόρμητος, εντελώς αχαλίνωτος
奔放不羈 ほんぽうふき
ουσιαστικό
- 01 ελεύθερο πνεύμα και απροκατάληπτος
奔逸 ほんいつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τρέχω γρήγορα, διαφεύγω
- 02 κάνω ό,τι θέλω
奔
- 01 τρέχω
- 02 βιάζομαι