10 αποτελέσματα για «奨»

奨励 しょうれい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενθάρρυνση, προώθηση, παρακίνηση, υποκίνηση, διέγερση
奨学金 しょうがくきん N3

ουσιαστικό

  1. 01 υποτροφία, οικονομική ενίσχυση, επίδομα
  2. 02 φοιτητικό δάνειο
奨学生 しょうがくせい

ουσιαστικό

  1. 01 υπότροφος φοιτητής
奨励金 しょうれいきん

ουσιαστικό

  1. 01 επιχορήγηση, κίνητρο, πριμ
奨学金制度 しょうがくきんせいど

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα υποτροφιών
奨励賞 しょうれいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 βραβείο ενθάρρυνσης, τιμητική διάκριση
奨学 しょうがく

ουσιαστικό

  1. 01 ενθάρρυνση για σπουδές
奨学資金 しょうがくしきん

ουσιαστικό

  1. 01 ταμείο υποτροφιών
奨金 しょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 επιχορήγηση, κίνητρο, χρηματική επιβράβευση
  1. 01 παροτρύνω
  2. 02 προτρέπω, παροτρύνω
  3. 03 ενθαρρύνω