333 αποτελέσματα για «女»

女性 じょせい N4

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα, θηλυκό
  2. 02 θηλυκό γένος
おんな N5

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα, θηλυκό
  2. 02 ερωμένη, φιλενάδα, κοπέλα, η γυναίκα κάποιου
女の子 おんなのこ N5

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κορίτσι, κόρη, κοριτσάκι
  2. 02 νεαρή γυναίκα, κοπέλα
女の子 めのこ

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα
  2. 02 κορίτσι
女子 じょし N3

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα, κορίτσι
女神 めがみ

ουσιαστικό

  1. 01 θεά
女神 おみながみ

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτινη κούκλα στην οποία προσεύχονται τα παιδιά για καλό καιρό
女神 じょしん

ουσιαστικό

  1. 01 θεά, θηλυκή θεότητα
女王 じょおう N3

ουσιαστικό

  1. 01 βασίλισσα
  2. 02 πρωταθλήτρια
女の人 おんなのひと N2

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα
女房 にょうぼう N2

ουσιαστικό

  1. 01 σύζυγος, γυναίκα (ιδίως η δική του)
  2. 02 κυρία της αυλής, γυναίκα ακόλουθος της αυλής, γυναίκα που υπηρετούσε στο αυτοκρατορικό παλάτι
  3. 03 γυναίκα (ιδίως ως ερωτικό ενδιαφέρον)
女子生徒 じょしせいと

ουσιαστικό

  1. 01 μαθήτρια, θηλυκή μαθήτρια
女子高生 じょしこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 μαθήτρια λυκείου
女優 じょゆう N3

ουσιαστικό

  1. 01 ηθοποιός, γυναίκα ηθοποιός
女中 じょちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτρια, οικιακή βοηθός
  2. 02 οικοδέσποινα (σε ριοκάν), σερβιτόρα (σε παραδοσιακό εστιατόριο)
  3. 03 αυλική κυρία
  4. 04 κυρία
女装 じょそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γυναικείο ντύσιμο, ένδυση γυναικείων ρούχων, τρανσβεστσιτισμός (για άνδρα)
女将 おかみ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιοκτήτρια (παραδοσιακού ιαπωνικού πανδοχείου, εστιατορίου ή καταστήματος), οικοδέσποινα, διευθύντρια πανδοχείου, αρχηγός οίκου
女生徒 じょせいと

ουσιαστικό

  1. 01 μαθήτρια, κορίτσι μαθήτρια
女らしい おんならしい

επίθετο

  1. 01 θηλυκός, γυναικείος, κομψός
女官 じょかん

ουσιαστικό

  1. 01 αυλική κυρία, κυρία των τιμών