6 αποτελέσματα για «妓»

ουσιαστικό

  1. 01 γκέισα
妓楼 ぎろう

ουσιαστικό

  1. 01 πορνείο
妓生 キーセン

ουσιαστικό

  1. 01 κισένγκ (κορεάτισσα διασκεδάστρια)
妓夫 ぎゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μαστροπός, νταβατζής
妓院 ぎいん

ουσιαστικό

  1. 01 πορνείο
  1. 01 τεντώνω
  2. 02 τραγουδίστρια
  3. 03 γκέισα
  4. 04 πόρνη