8 αποτελέσματα για «妥»

妥当 だとう N2

επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έγκυρος, κατάλληλος, σωστός, λογικός, εύλογος
妥協 だきょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμβιβασμός, υποχώρηση
妥協点 だきょうてん

ουσιαστικό

  1. 01 βρίσκω κοινό τόπο
妥協案 だきょうあん

ουσιαστικό

  1. 01 συμβιβαστική πρόταση
妥当性 だとうせい

ουσιαστικό

  1. 01 εγκυρότητα, επαλήθευση, καταλληλότητα
妥結 だけつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμβιβασμός, συμφωνία
妥当性確認試験 だとうせいかくにんしけん

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμή επικύρωσης
  1. 01 ήπιος
  2. 02 ειρήνη
  3. 03 ικανοποιητικός
  4. 04 κατάλληλος