14 αποτελέσματα για «妨»

妨害 ぼうがい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμπόδιο, κώλυμα, φράξιμο, παρεμπόδιση, διαταραχή, ενόχληση, παρέμβαση, διακοπή, σαμποτάζ, παρεμβολή σήματος
妨げる さまたげる N2

ρήμα

  1. 01 ενοχλώ, εμποδίζω, παρακωλύω, παρεμποδίζω
妨げ さまたげ

ουσιαστικό

  1. 01 εμπόδιο, παρακώλυση
妨害工作 ぼうがいこうさく

ουσιαστικό

  1. 01 δολιοφθορά
妨害行為 ぼうがいこうい

ουσιαστικό

  1. 01 παρεμβολή, παρακώλυση, δολιοφθορά
妨害物 ぼうがいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 εμπόδιο
妨害罪 ぼうがいざい

ουσιαστικό

  1. 01 αδίκημα παρακώλυσης, κατηγορία για παρακώλυση
妨害機 ぼうがいき

ουσιαστικό

  1. 01 παρεμβολέας (π.χ. ραδιοφωνικών σημάτων)
  2. 02 αναχαιτιστικό (αεροσκάφος)
妨害工作員 ぼうがいこうさくいん

ουσιαστικό

  1. 01 σαμποτέρ
妨害放送 ぼうがいほうそう

ουσιαστικό

  1. 01 παρεμβολή ραδιοφωνικού σήματος
妨業 ぼうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 σαμποτάζ, δολιοφθορά
妨業員 ぼうぎょういん

ουσιαστικό

  1. 01 σαμποτέρ, υπονομευτής
妨害戦術 ぼうがいせんじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατηγική παρεμπόδισης, τακτική παρενόχλησης
  1. 01 διαταράσσω
  2. 02 αποτρέπω
  3. 03 παρακωλύω
  4. 04 εμποδίζω