8 αποτελέσματα για «妾»

めかけ

ουσιαστικό

  1. 01 παλλακίδα, ερωμένη, διατηρούμενη γυναίκα
妾腹 しょうふく

ουσιαστικό

  1. 01 νόθος (γεννημένος από παλλακίδα)
しょう

ουσιαστικό, αντωνυμία

  1. 01 ερωμένη, διατηρούμενη γυναίκα, παλλακίδα
  2. 02 εγώ, εμένα
妾宅 しょうたく

ουσιαστικό

  1. 01 σπίτι στο οποίο διατηρείται ερωμένη
妾奉公 めかけぼうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπηρετώ ως παλλακίδα
わらわ

αντωνυμία

  1. 01 εγώ
妾出 しょうしゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 νόθος, εξώγαμος (που έχει γεννηθεί από παλλακίδα)
  1. 01 παλλακίδα