42 αποτελέσματα για «姉»
姉 あね N5
ουσιαστικό
- 01 μεγαλύτερη αδελφή
姉妹 しまい N3
ουσιαστικό
- 01 αδελφές
姉さん ねえさん
ουσιαστικό
- 01 μεγαλύτερη αδελφή
- 02 νεαρή κοπέλα
- 03 δεσποινίς
- 04 κυρία
姉ちゃん ねえちゃん
ουσιαστικό
- 01 μεγαλύτερη αδελφή
- 02 κοπέλα
姉弟 してい
ουσιαστικό
- 01 μεγάλη αδελφή και μικρότερος αδελφός
姉上 あねうえ
ουσιαστικό
- 01 μεγαλύτερη αδελφή
姉貴 あねき
ουσιαστικό
- 01 μεγαλύτερη αδελφή
- 02 μεγαλύτερη φίλη
姉 ねえ
ουσιαστικό
- 01 μεγαλύτερη αδελφή
姉御 あねご
ουσιαστικό
- 01 μεγαλύτερη αδελφή
姉や ねえや
ουσιαστικό
- 01 νεαρή κοπέλα (σε αναφορά σε υπηρέτρια κ.λπ.)
姉君 あねぎみ
ουσιαστικό
- 01 μεγαλύτερη αδελφή (τιμητική προσφώνηση)
姉御肌 あねごはだ
ουσιαστικό
- 01 φυσική τάση μιας γυναίκας να φροντίζει τους άλλους, αδελφική διάθεση
姉妹喧嘩 きょうだいげんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καβγάς μεταξύ αδελφών
姉妹愛 しまいあい
ουσιαστικό
- 01 αδελφική αγάπη, στοργή μεταξύ αδελφών
姉娘 あねむすめ
ουσιαστικό
- 01 πρωτοκόρη, μεγαλύτερη κόρη
姉妹校 しまいこう
ουσιαστικό
- 01 αδελφοποιημένο σχολείο
姉さん女房 あねさんにょうぼう
ουσιαστικό
- 01 σύζυγος που είναι μεγαλύτερη από τον άντρα της
姉 し
επίθημα
- 01 τιμητική κατάληξη που χρησιμοποιείται μετά το όνομα μιας γυναίκας ίσης ή ανώτερης κοινωνικής κατάστασης
姉妹丼 しまいどん
ουσιαστικό
- 01 σεξουαλική συνεύρεση τριών ατόμων που περιλαμβάνει δύο αδελφές
姉妹都市 しまいとし
ουσιαστικό
- 01 αδελφοποιημένη πόλη