8 αποτελέσματα για «姓»

せい N3

ουσιαστικό

  1. 01 επώνυμο, οικογενειακό όνομα
  2. 02 κληρονομικός τίτλος (χρησιμοποιούνταν στην αρχαία Ιαπωνία για να δηλώσει βαθμό και πολιτική θέση)
姓名 せいめい N3

ουσιαστικό

  1. 01 ονοματεπώνυμο, επώνυμο και κύριο όνομα
姓名判断 せいめいはんだん

ουσιαστικό

  1. 01 μαντεία που βασίζεται στη γραφή ή την προφορά του ονόματος κάποιου (σεϊμεϊχαντάν)
姓氏 せいし

ουσιαστικό

  1. 01 ονοματεπώνυμο, επώνυμο
  2. 02 φάρα, γένος
姓が変わる せいがかわる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αλλάζω επώνυμο
かばね

ουσιαστικό

  1. 01 κληρονομικός τίτλος (χρησιμοποιούνταν στην αρχαία Ιαπωνία για να δηλώσει βαθμό και πολιτική θέση), καμπάνε
  2. 02 γενιά, φάρα
姓名不詳 せいめいふしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αταυτοποίητος, άγνωστου ονόματος
  1. 01 επώνυμο