12 αποτελέσματα για «姥»

うば

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικιωμένη γυναίκα
  2. 02 μάσκα του θεάτρου Νο που αναπαριστά ηλικιωμένη γυναίκα
姥捨て山 うばすてやま

ουσιαστικό

  1. 01 βουνό όπου εγκαταλείπονταν οι ηλικιωμένοι (σύμφωνα με τον θρύλο)
  2. 02 θέση ή τμήμα σε μια εταιρεία στο οποίο μετατίθεται ένας ηλικιωμένος και αναποτελεσματικός υπάλληλος
  3. 03 κολέγιο θηλέων
姥捨て うばすて

ουσιαστικό

  1. 01 πρακτική εγκατάλειψης ηλικιωμένων, συνήθως γυναικών
姥桜 うばざくら

ουσιαστικό

  1. 01 παρηκμασμένη ομορφιά
姥目樫 うばめがし

ουσιαστικό

  1. 01 ουβαμεγκάσι, αείφυλλη βελανιδιά (Quercus phillyraeoides)
姥鮫 ウバザメ

ουσιαστικό

  1. 01 προσκυνητής (Cetorhinus maximus)
姥彼岸 うばひがん

ουσιαστικό

  1. 01 υβρίδιο κλαίουσας κερασιάς (Prunus pendula)
姥貝 うばがい

ουσιαστικό

  1. 01 ουμπάγκαϊ, είδος αχιβάδας της Σαχαλίνης (Pseudocardium sachalinense)
姥烏帽子貝 おばえぼしがい

ουσιαστικό

  1. 01 Inversidens brandti (είδος μαργαριτοφόρου μυδιού του γλυκού νερού)
姥魚 うばうお

ουσιαστικό

  1. 01 ασπάσμα η ελάχιστη (είδος ψαριού της οικογένειας των λεπαδοειδών)
姥百合 ウバユリ

ουσιαστικό

  1. 01 ουμπαγιούρι (καρδιοκρίνο το καρδιόφυλλο)
  1. 01 γριά