15 αποτελέσματα για «姦»

姦しい かしましい

επίθετο

  1. 01 θορυβώδης, φασαριόζος
姦通 かんつう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μοιχεία
姦淫 かんいん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μοιχεία, πορνεία, παράνομη σεξουαλική συνεύρεση
姦婦 かんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 μοιχαλίδα
姦通罪 かんつうざい

ουσιαστικό

  1. 01 μοιχεία (το έγκλημα της)
姦夫 かんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 μοιχός, εραστής
姦夫姦婦 かんぷかんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 μοιχός και μοιχαλίδα, εραστές που διαπράττουν μοιχεία
姦する かんする

ρήμα

  1. 01 διαπράττω μοιχεία, πορνεύω, συνευρίσκομαι παράνομα
  2. 02 βιάζω, παραβιάζω, κακοποιώ σεξουαλικά
姦物 かんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 πανούργος άνθρωπος, απατεώνας
姦悪 かんあく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 κακία, μοχθηρία
  2. 02 κακός άνθρωπος, μοχθηρό άτομο
姦淫罪 かんいんざい

ουσιαστικό

  1. 01 σεξουαλικά εγκλήματα
姦人 かんじん

ουσιαστικό

  1. 01 κακούργος, παλιάνθρωπος
姦譎 かんきつ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 κακία, πονηριά, ανεντιμότητα
姦国 かんこく

ουσιαστικό

  1. 01 Νότια Κορέα
  1. 01 πονηρός, κακός
  2. 02 κατεργαριά, αταξία
  3. 03 αποπλανώ
  4. 04 βιάζω
  5. 05 θορυβώδης