4 αποτελέσματα για «姻»

姻戚 いんせき

ουσιαστικό

  1. 01 συγγενής εξ αγχιστείας
姻戚関係 いんせきかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 συγγένεια εξ αγχιστείας
姻族 いんぞく

ουσιαστικό

  1. 01 συγγενής εξ αγχιστείας
  1. 01 γάμος
  2. 02 παντρεύομαι