17 αποτελέσματα για «娘»
娘 むすめ N4
ουσιαστικό
- 01 κόρη
- 02 κοπέλα (δηλαδή, μια νέα, ανύπαντρη γυναίκα)
娘さん むすめさん
ουσιαστικό
- 01 κόρη
娘っ子 むすめっこ
ουσιαστικό
- 01 κορίτσι, κοπέλα, νεαρή δεσποινίδα, πιπίνι
娘婿 むすめむこ
ουσιαστικό
- 01 γαμπρός (σύζυγος κόρης)
娘御 むすめご
ουσιαστικό
- 01 κόρη (κάποιου άλλου)
娘娘 ニャンニャン
ουσιαστικό
- 01 νιάνγκ-νιάνγκ, κινεζική θεότητα
娘子 じょうし
ουσιαστικό
- 01 κορίτσι, κόρη
- 02 γυναίκα, κυρία
- 03 σύζυγος (κάποιου άλλου)
娘役 むすめやく
ουσιαστικό
- 01 γυναικείος ρόλος ή ερμηνεία (σε θέατρο, καμπούκι, κ.λπ.)
娘盛り むすめざかり
ουσιαστικό
- 01 άνθιση της νιότης, ακμή της κοριτσίστικης ηλικίας
娘心 むすめごころ
ουσιαστικό
- 01 κοριτσίστικη ψυχοσύνθεση, κοριτσίστικη αθωότητα
娘分 むすめぶん
ουσιαστικό
- 01 αντιμετώπιση κάποιου σαν κόρη, άτομο που αντιμετωπίζεται σαν κόρη
- 02 γυναίκα που διαχειρίζεται γκέισες (περίοδος Έντο)
娘子軍 じょうしぐん
ουσιαστικό
- 01 γυναικείο στράτευμα, σύνταγμα αποτελούμενο αποκλειστικά από γυναίκες
- 02 γυναικεία ομάδα
娘細胞 じょうさいぼう
ουσιαστικό
- 01 θυγατρικό κύτταρο
娘核 じょうかく
ουσιαστικό
- 01 θυγατρικός πυρήνας
娘一人に婿八人 むすめひとりにむこはちにん
άλλο
- 01 περικυκλώνομαι από μνηστήρες, είμαι δημοφιλής, οκτώ μνηστήρες για μία κόρη
娘夫婦 むすめふうふ
ουσιαστικό
- 01 η κόρη και ο γαμπρός κάποιου
娘
- 01 κόρη
- 02 κορίτσι