Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
3 αποτελέσματα για «娩»
娩出
べんしゅつ
ουσιαστικό, ρήμα
01
έξωση (βρέφους)
娩出期
べんしゅつき
ουσιαστικό
01
στάδιο εξώθησης (του τοκετού), εξωθητικό στάδιο
娩
01
γεννώ