10 αποτελέσματα για «娯»

娯楽 ごらく N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ψυχαγωγία, διασκέδαση, αναψυχή, τέρψη, χόμπι
娯楽施設 ごらくしせつ

ουσιαστικό

  1. 01 εγκαταστάσεις αναψυχής, χώροι ψυχαγωγίας
娯楽室 ごらくしつ

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα ψυχαγωγίας
娯楽番組 ごらくばんぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχαγωγική εκπομπή, πρόγραμμα ψυχαγωγίας
娯楽雑誌 ごらくざっし

ουσιαστικό

  1. 01 περιοδικό ψυχαγωγίας, περιοδικό για διασκέδαση
娯楽場 ごらくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος ψυχαγωγίας
娯楽映画 ごらくえいが

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχαγωγική ταινία
娯楽街 ごらくがい

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή διασκέδασης, ζώνη ψυχαγωγίας
娯遊 ごゆう

ουσιαστικό

  1. 01 διασκέδαση, ευχαρίστηση, αναψυχή, ελεύθερος χρόνος
  1. 01 αναψυχή, διασκέδαση
  2. 02 ευχαρίστηση, απόλαυση