Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
3 αποτελέσματα για «娶»
娶る
めとる
ρήμα
01
παντρεύομαι (γυναίκα), παίρνω για σύζυγο, οδηγώ εις γάμον
娶わせる
めあわせる
ρήμα
01
παντρεύω, αποκαθιστώ (κάποιον με κάποιον άλλον)
娶
01
παντρεύομαι
02
κανονίζω γάμο