3 αποτελέσματα για «娶»

娶る めとる

ρήμα

  1. 01 παντρεύομαι (γυναίκα), παίρνω για σύζυγο, οδηγώ εις γάμον
娶わせる めあわせる

ρήμα

  1. 01 παντρεύω, αποκαθιστώ (κάποιον με κάποιον άλλον)
  1. 01 παντρεύομαι
  2. 02 κανονίζω γάμο