6 αποτελέσματα για «娼»

娼婦 しょうふ

ουσιαστικό

  1. 01 ιερόδουλη
娼館 しょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 πορνείο
娼妓 しょうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ιερόδουλη, πόρνη
娼家 しょうか

ουσιαστικό

  1. 01 πορνείο
娼楼 しょうろう

ουσιαστικό

  1. 01 πορνείο, οίκος ανοχής
  1. 01 πόρνη