9 αποτελέσματα για «婆»

婆ちゃん ばあちゃん

ουσιαστικό

  1. 01 γιαγιά
  2. 02 ηλικιωμένη γυναίκα, γριούλα
ばば

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικιωμένη γυναίκα, γριά
  2. 02 τζόκερ (στο παιχνίδι τράπουλας παλιά υπηρέτρια)
ばばあ

ουσιαστικό

  1. 01 γριά
  2. 02 γριά μάγισσα, παλιόγρια
婆さん ばあさん

ουσιαστικό

  1. 01 γιαγιά
  2. 02 ηλικιωμένη γυναίκα, ηλικιωμένη κυρία
婆や ばあや

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικιωμένη οικονόμος, ηλικιωμένη υπηρέτρια
  2. 02 παραμάνα, νταντά
婆娑羅 ばさら

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 δρώ ανεξέλεγκτα, αυτοϊκανοποίηση, ασυδοσία, εκκεντρικότητα
  2. 02 επίδειξη, τουπέ, ναρκισσισμός, καλλωπισμός, επιτηδευμένη εμφάνιση, φανταχτερό στυλ
婆羅門 バラモン

ουσιαστικό

  1. 01 βραχμάνος (η ανώτερη κάστα στον ινδουισμό, παραδοσιακό επάγγελμα της ιεροσύνης)
  2. 02 βραχμανισμός, ιερέας του βραχμανισμού
婆婆鰈 ばばがれい

ουσιαστικό

  1. 01 μπάμπα-γκαρέι (είδος πλατύψαρου Microstomus achne)
  1. 01 γριά
  2. 02 γιαγιά
  3. 03 παραμάνα