10 αποτελέσματα για «婉»
婉曲 えんきょく N1
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ευφημιστικός, περιφραστικός, έμμεσος
婉然 えんぜん
επίρρημα, άλλο
- 01 χαριτωμένος, κομψός
- 02 όμορφος
婉曲的 えんきょくてき
επίθετο
- 01 ευφημιστικός, περιφραστικός, έμμεσος
婉曲表現 えんきょくひょうげん
ουσιαστικό
- 01 ευφημισμός, ευφημιστική έκφραση
婉美 えんび
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 κομψή ομορφιά, γοητεία
婉曲迂遠 えんきょくうえん
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ευφημιστικός και περιφραστικός
婉曲法 えんきょくほう
ουσιαστικό
- 01 ευφημισμός, περιφραστικός λόγος, περιφραστική έκφραση
婉曲語法 えんきょくごほう
ουσιαστικό
- 01 ευφημισμός
婉曲語 えんきょくご
ουσιαστικό
- 01 ευφημισμός
婉
- 01 χαριτωμένος