7 αποτελέσματα για «嬌»

嬌声 きょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 κοκεταρία, νάζι στη φωνή
嬌態 きょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κοκεταρία, νάζι
嬌笑 きょうしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γοητευτικό χαμόγελο
嬌羞 きょうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 γοητευτικός και ντροπαλός, ελκυστικά επιτηδευμένος
嬌名 きょうめい

ουσιαστικό

  1. 01 φήμη για την ομορφιά
嬌姿 きょうし

ουσιαστικό

  1. 01 ελκυστική σιλουέτα
  1. 01 ελκυστικός