3 αποτελέσματα για «嬖»

嬖臣 へいしん

ουσιαστικό

  1. 01 ευνοούμενος αυλικός, ευνοούμενος της αυλής
嬖妾 へいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αγαπημένη παλλακίδα, ευνοούμενη ερωμένη
  1. 01 συμπαθής άνθρωπος