5 αποτελέσματα για «嬢»
嬢 じょう
ουσιαστικό
- 01 ανύπαντρη γυναίκα
- 02 δεσποινίς
- 03 κατάληξη που δηλώνει γένους θηλυκό, -ίδα
嬢ちゃん じょうちゃん
ουσιαστικό
- 01 νεαρό κορίτσι, δεσποινίδα
嬢さん じょうさん
ουσιαστικό
- 01 κόρη (κάποιου άλλου)
- 02 νεαρή κοπέλα (κυρίως από αξιοπρεπή οικογένεια)
嬢さん とうさん
ουσιαστικό
- 01 κόρη (καλής οικογένειας)
嬢
- 01 κοπέλα
- 02 κορίτσι
- 03 δεσποινίδα
- 04 κόρη