12 αποτελέσματα για «嬰»
嬰児 えいじ
ουσιαστικό
- 01 βρέφος, μωρό
嬰児 みどりご
ουσιαστικό
- 01 νήπιο, βρέφος
嬰 えい
ουσιαστικό
- 01 κοφτερός, οξύς
嬰ハ短調 えいハたんちょう
ουσιαστικό
- 01 ντο δίεση ελάσσονα
嬰児殺し えいじごろし
ουσιαστικό
- 01 παιδοκτονία
嬰ヘ長調 えいヘちょうちょう
ουσιαστικό
- 01 φα δίεση μείζονα
嬰記号 えいきごう
ουσιαστικό
- 01 διέση (σύμβολο μουσικής)
嬰音 えいおん
ουσιαστικό
- 01 διέση (μουσική νότα)
嬰ヘ短調 えいヘたんちょう
ουσιαστικό
- 01 φα δίεση ελάσσονα
嬰ニ短調 えいニたんちょう
ουσιαστικό
- 01 ρε δίεση ελάσσονα
嬰ト短調 えいトたんちょう
ουσιαστικό
- 01 σολ δίεση ελάσσονα
嬰
- 01 οξύς (μουσική)
- 02 μωρό, βρέφος