4 αποτελέσματα για «嬲»
嬲る なぶる
ρήμα
- 01 πειράζω, διακωμωδώ, κοροϊδεύω
- 02 περιγελάω, ειρωνεύομαι, χλευάζω
- 03 παίζω με, πειράζω, σκαλίζω
嬲り者 なぶりもの
ουσιαστικό
- 01 αντικείμενο χλευασμού, περίγελος, στόχος ειρωνείας
嬲り殺す なぶりころす
ρήμα
- 01 βασανίζω μέχρι θανάτου, παίζω με κάποιον μέχρι να πεθάνει, επιφέρω αργό και επώδυνο θάνατο
嬲
- 01 παίζω
- 02 κοροϊδεύω
- 03 πειράζω