36 αποτελέσματα για «存»

存在 そんざい N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ύπαρξη, παρουσία
存じる ぞんじる N2

ρήμα

  1. 01 γνωρίζω, έχω επίγνωση, είμαι εξοικειωμένος
  2. 02 σκέφτομαι, θεωρώ, πιστεύω, νιώθω
存分 ぞんぶん

επίρρημα, επίθετο

  1. 01 όσο θέλω, όσο επιθυμώ, με την ψυχή μου, ανεπιφύλακτα, ελεύθερα, πλήρως, στο έπακρο
存在感 そんざいかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση παρουσίας
存続 そんぞく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνέχιση, επιβίωση, εμμονή, διατήρηση, διάρκεια
存外 ぞんがい

επίθετο, ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 πέρα από κάθε προσδοκία, αντίθετα με τις προσδοκίες, αναπάντεχα
存在意義 そんざいいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 λόγος ύπαρξης, raison d'être, νόημα της ύπαρξης κάποιου
存じ上げる ぞんじあげる

ρήμα

  1. 01 γνωρίζω (κάποιον)
  2. 02 νομίζω, πιστεύω
存命 ぞんめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εν ζωή
存亡 そんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 ζωή ή θάνατος, ύπαρξη, πεπρωμένο
存在価値 そんざいかち

ουσιαστικό

  1. 01 αξία για την κοινωνία, λόγος ύπαρξης, αξία ύπαρξης
存する そんする

ρήμα

  1. 01 υπάρχω, παραμένω, ζω
  2. 02 συνίσταμαι, έγκειμαι, εξαρτώμαι
  3. 03 διατηρώ, φυλάσσω, κρατώ
存在理由 そんざいりゆう

ουσιαστικό

  1. 01 λόγος ύπαρξης, αιτία ύπαρξης
存ずる ぞんずる N2

ρήμα

  1. 01 γνωρίζω, έχω επίγνωση, είμαι εξοικειωμένος με κάτι
  2. 02 νομίζω, θεωρώ, πιστεύω, αισθάνομαι
存亡の危機 そんぼうのきき

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 υπαρξιακός κίνδυνος, κρίση ζωής ή θανάτου
存命中 ぞんめいちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εν ζωή, κατά τη διάρκεια της ζωής κάποιου
存念 ぞんねん

ουσιαστικό

  1. 01 γνώμη, ιδέα
存立 そんりつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ύπαρξη
  2. 02 επιβίωση
存在論 そんざいろん

ουσιαστικό

  1. 01 οντολογία
存知 ぞんち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γνώση