13 αποτελέσματα για «孝»
孝行 こうこう N2
ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο
- 01 υιική ευσέβεια
- 02 επίδειξη αφοσίωσης (σε κάποιον)
孝 こう
ουσιαστικό
- 01 υϊκή ευλάβεια, σεβασμός προς τους γονείς
孝子 こうし
ουσιαστικό
- 01 ευσεβές τέκνο
孝心 こうしん
ουσιαστικό
- 01 παιδική αφοσίωση
孝養 こうよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φροντίδα γονέων, αφοσίωση προς τους γονείς
孝経 こうきょう
ουσιαστικό
- 01 Κλασικό βιβλίο της υιικής ευσέβειας
孝道 こうどう
ουσιαστικό
- 01 υιική ευλάβεια
孝女 こうじょ
ουσιαστικό
- 01 ευσεβής θυγατέρα
孝敬 こうけい
ουσιαστικό
- 01 υϊκή ευσέβεια
孝弟 こうてい
ουσιαστικό
- 01 υιική ευσέβεια, αδελφική αγάπη
孝順 こうじゅん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 υπακοή, υιική ευσέβεια
孝行のしたい時分に親はなし こうこうのしたいじぶんにおやはなし
άλλο
- 01 όταν είσαι έτοιμος να δείξεις ευγνωμοσύνη στους γονείς σου, εκείνοι έχουν ήδη φύγει από τη ζωή
孝
- 01 σεβασμός προς τους γονείς
- 02 σεβασμός από παιδί