40 αποτελέσματα για «季»

季節 きせつ N4

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή, εποχή του χρόνου

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή (στη φύση, στα σπορ κ.λπ.)
  2. 02 εποχιακή λέξη ή φράση (στο χαϊκού)
  3. 03 έτος
季節外れ きせつはずれ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εκτός εποχής, ακατάλληλος για την εποχή
季節感 きせつかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση των εποχών, αίσθηση της εποχικότητας
季節的 きせつてき

επίθετο

  1. 01 εποχιακός
季節柄 きせつがら

ουσιαστικό

  1. 01 λόγω της εποχής, καθώς διανύουμε αυτή την εποχή, υπό το πρίσμα της τρέχουσας εποχής
季節の移り変わり きせつのうつりかわり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 εναλλαγή των εποχών, μεταβολή των εποχών, μετάβαση από τη μία εποχή στην επόμενη, γύρισμα των εποχών
季語 きご

ουσιαστικό

  1. 01 εποχιακή λέξη (στο χαϊκού)
季節風 きせつふう

ουσιαστικό

  1. 01 εποχιακοί άνεμοι
季候 きこう

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή, κλίμα
季刊 きかん N3

ουσιαστικό

  1. 01 τριμηνιαία έκδοση
季題 きだい

ουσιαστικό

  1. 01 εποχιακή λέξη (στο χαϊκού)
  2. 02 εποχιακό θέμα (στο χαϊκού), εποχιακή λέξη που χρησιμοποιείται ως θέμα (σε συνάντηση χαϊκού)
季子 きし

ουσιαστικό

  1. 01 νεότερο παιδί
季節性 きせつせい

ουσιαστικό

  1. 01 εποχικότητα, εποχικός
季節労働者 きせつろうどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εποχιακός εργάτης
季刊誌 きかんし

ουσιαστικό

  1. 01 τριμηνιαίο περιοδικό
季節の便り きせつのたより

ουσιαστικό

  1. 01 εποχιακό μήνυμα, επιστολή με αναφορές στην εποχή
季秋 きしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος του φθινοπώρου
  2. 02 ένατος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
季節性情動障害 きせつせいじょうどうしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 εποχιακή συναισθηματική διαταραχή, SAD
季節性インフルエンザ きせつせいインフルエンザ

ουσιαστικό

  1. 01 εποχική γρίπη