257 αποτελέσματα για «学»

学校 がっこう N5

ουσιαστικό

  1. 01 σχολείο
学ぶ まなぶ N3

ρήμα

  1. 01 μαθαίνω, μελετώ, σπουδάζω, παρακολουθώ μαθήματα
学生 がくせい N5

ουσιαστικό

  1. 01 φοιτητής, σπουδαστής (ιδίως πανεπιστημίου)
学生 がくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σπουδαστής της κυβερνητικής διοίκησης κατά την περίοδο Χεϊάν
  2. 02 βουδιστής λόγιος, ερευνητής σε βουδιστικό ναό, άτομο που μελετά τον βουδισμό
  3. 03 μάθηση, υποτροφία
学園 がくえん

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευτικό ίδρυμα, σχολείο, ακαδημία, πανεπιστημιούπολη
がく N3

ουσιαστικό

  1. 01 μάθηση, σπουδές, μελέτη, πολυμάθεια, γνώση, εκπαίδευση
  2. 02 μελέτη του..., -λογία, -ική
学年 がくねん N2

ουσιαστικό

  1. 01 ακαδημαϊκό έτος, σχολικό έτος
  2. 02 τάξη, έτος φοίτησης
学者 がくしゃ N3

ουσιαστικό

  1. 01 λόγιος, ακαδημαϊκός, επιστήμονας
  2. 02 μορφωμένος άνθρωπος, άνθρωπος των γραμμάτων, άνθρωπος της γνώσης
学問 がくもん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μελέτη, λόγια μόρφωση, μάθηση, εκπαίδευση, γνώση
  2. 02 επιστημονικός κλάδος, γνωστικό αντικείμενο, επιστήμη
学習 がくしゅう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μάθηση, μελέτη
学生時代 がくせいじだい

ουσιαστικό

  1. 01 φοιτητικά χρόνια
学院 がくいん

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευτικό ίδρυμα, ακαδημία
学期 がっき N3

ουσιαστικό

  1. 01 σχολική περίοδος, εξάμηνο
学食 がくしょく

ουσιαστικό

  1. 01 κυλικείο σχολής
学園祭 がくえんさい

ουσιαστικό

  1. 01 σχολική γιορτή, φεστιβάλ πανεπιστημιούπολης
学力 がくりょく N2

ουσιαστικό

  1. 01 ακαδημαϊκή ικανότητα, μόρφωση, γνώση, λογοτεχνική ικανότητα
学校生活 がっこうせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 σχολική ζωή
学費 がくひ

ουσιαστικό

  1. 01 δίδακτρα, σχολικά έξοδα
学業 がくぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 σπουδές, σχολικές εργασίες, σχολικά μαθήματα
学内 がくない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός του σχολείου, πανεπιστημιακός