52 αποτελέσματα για «守»

守る まもる N3

ρήμα

  1. 01 προστατεύω, φυλάω, υπερασπίζομαι
  2. 02 τηρώ (π.χ. μια υπόσχεση ή κανόνες), συμμορφώνομαι, υπακούω, ακολουθώ
守り まもり

ουσιαστικό

  1. 01 προστασία, άμυνα
  2. 02 πρόνοια
  3. 03 φυλαχτό, γούρι, περίαπτο
守護 しゅご

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προστασία, διαφύλαξη
  2. 02 σούγκο (στρατιωτικός διοικητής περιόδου Καμακούρα ή Μουρομάτσι)
守護者 しゅごしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 φύλακας, προστάτης
守り抜く まもりぬく

ρήμα

  1. 01 προστατεύω ακλόνητα, υπερασπίζομαι μέχρι τέλους
守備 しゅび N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άμυνα
  2. 02 αμυντική τοποθέτηση, φύλαξη πεδίου
守りきる まもりきる

ρήμα

  1. 01 διατηρώ κάτι μέχρι τέλους (μυστικό, προβάδισμα σε αγώνα κ.λπ.)
守衛 しゅえい N1

ουσιαστικό

  1. 01 φρουρός, φύλακας, επιστάτης, θυρωρός
守護神 しゅごじん

ουσιαστικό

  1. 01 προστάτης θεός
かみ

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητής (των επαρχιακών κυβερνητών υπό το σύστημα ριτσουριό)
守り神 まもりがみ

ουσιαστικό

  1. 01 φύλακας θεότητα
守秘義務 しゅひぎむ

ουσιαστικό

  1. 01 υποχρέωση εχεμύθειας
守備隊 しゅびたい

ουσιαστικό

  1. 01 φρουρά
守備範囲 しゅびはんい

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή άμυνας, αμυντικός τομέας (σε αθλήματα)
  2. 02 πεδίο αρμοδιότητας, εύρος ειδίκευσης, θεματολογία στην οποία έχει κανείς γνώσεις
  3. 03 τύπος ανθρώπου που προτιμά κάποιος, το γούστο κάποιου στις ερωτικές επιλογές
守銭奴 しゅせんど

ουσιαστικό

  1. 01 τσιγκούνης, σπαγκοραμμένος, φιλάργυρος
守護霊 しゅごれい

ουσιαστικό

  1. 01 πνεύμα φύλακας
守りに入る まもりにはいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υιοθετώ αμυντική στάση, επιλέγω την ασφαλή οδό
守勢 しゅせい

ουσιαστικό

  1. 01 αμυντική στάση
守備兵 しゅびへい

ουσιαστικό

  1. 01 φρουροί
守護天使 しゅごてんし

ουσιαστικό

  1. 01 φύλακας άγγελος