83 αποτελέσματα για «宝»

宝石 ほうせき N3

ουσιαστικό

  1. 01 πετράδι, κόσμημα, πολύτιμος λίθος
たから N3

ουσιαστικό

  1. 01 θησαυρός
宝物 たからもの

ουσιαστικό

  1. 01 θησαυρός, πολύτιμο αντικείμενο, αγαπημένο κτήμα
宝箱 たからばこ

ουσιαστικό

  1. 01 μπαούλο θησαυρού, κασέλα
宝玉 ほうぎょく

ουσιαστικό

  1. 01 κόσμημα, πολύτιμος λίθος, πετράδι
宝物庫 ほうもつこ

ουσιαστικό

  1. 01 θησαυροφυλάκιο, αποθηκευτικός χώρος για πολύτιμα αντικείμενα
宝探し たからさがし

ουσιαστικό

  1. 01 κυνήγι θησαυρού
  2. 02 παιχνίδι αναζήτησης κρυμμένων δώρων σε άμμο, φύλλα ή άλλα υλικά
宝くじ たからくじ

ουσιαστικό

  1. 01 λοταρία, λαχείο
  2. 02 λαχνός, δελτίο λαχείου
宝剣 ほうけん

ουσιαστικό

  1. 01 πολύτιμο σπαθί
宝珠 ほうじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 πολύτιμη σφαίρα
  2. 02 τσινταμάνι, πετράδι που εκπληρώνει επιθυμίες
  3. 03 χοτζού, το ανώτατο σφαιρικό τμήμα της κατάληξης μιας παγόδας
宝庫 ほうこ

ουσιαστικό

  1. 01 θησαυροφυλάκιο, αποθήκη θησαυρών, αποθήκη, αποθετήριο
  2. 02 θησαυρός, πλούσια πηγή
宝飾品 ほうしょくひん

ουσιαστικό

  1. 01 κοσμήματα, τιμαλφή
宝石箱 ほうせきばこ

ουσιαστικό

  1. 01 κοσμηματοθήκη, μπιζουτιέρα, θήκη κοσμημάτων
宝の持ち腐れ たからのもちぐされ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μαργαριτάρια σε χοίρους, ανεκμετάλλευτο απόκτημα, άχρηστο απόκτημα, σπατάλη ταλέντου
宝の山 たからのやま

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 χρυσωρυχείο, θησαυροφυλάκιο, πηγή πλούτου, βουνό με θησαυρούς
宝石店 ほうせきてん

ουσιαστικό

  1. 01 κοσμηματοπωλείο
宝石商 ほうせきしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοσμηματοπώλης, έμπορος πολύτιμων λίθων, κοσμηματοπωλείο
宝刀 ほうとう

ουσιαστικό

  1. 01 πολύτιμο σπαθί
宝冠 ほうかん

ουσιαστικό

  1. 01 διάδημα, κοσμηματοστόλιστο στέμμα
宝飾 ほうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 κοσμήματα και στολίδια, κοσμήματα