72 αποτελέσματα για «宣»

宣言 せんげん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δήλωση, ανακήρυξη, διακήρυξη, ανακοίνωση
宣伝 せんでん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δημοσιότητα, διαφήμιση, προπαγάνδα, προβολή
宣告 せんこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταδίκη, ετυμηγορία, ανακοίνωση
宣戦布告 せんせんふこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κήρυξη πολέμου, διακήρυξη πολέμου
宣誓 せんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 όρκος, δημόσια δέσμευση, υπόσχεση
宣教師 せんきょうし

ουσιαστικό

  1. 01 ιεραπόστολος
せん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική διαταγή, αυτοκρατορικό διάταγμα
宣う のたまう

ρήμα

  1. 01 λέγω, ευαρεστούμαι να λέγω
宣伝効果 せんでんこうか

ουσιαστικό

  1. 01 αντίκτυπος της διαφήμισης ή της προπαγάνδας
宣戦 せんせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κήρυξη πολέμου
宣伝文句 せんでんもんく

ουσιαστικό

  1. 01 διαφημιστικό μήνυμα, διαφημιστικό κείμενο
宣教 せんきょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θρησκευτική αποστολή, θρησκευτικό κήρυγμα
宣する せんする

ρήμα

  1. 01 ανακοινώνω, δηλώνω
宣伝活動 せんでんかつどう

ουσιαστικό

  1. 01 προπαγανδιστική δραστηριότητα
宣伝部 せんでんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα διαφήμισης, τμήμα δημοσίων σχέσεων
宣下 せんげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοκρατορικό διάταγμα
宣布 せんぷ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακήρυξη, διάδοση, θεσμοθέτηση
宣伝費 せんでんひ

ουσιαστικό

  1. 01 δαπάνες δημοσιότητας ή διαφήμισης
宣誓書 せんせいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφος όρκος, ένορκη δήλωση
宣旨 せんじ

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτή αυτοκρατορική εντολή (ύστερη περίοδος Χεϊάν)