36 αποτελέσματα για «室»
室 しつ
ουσιαστικό
- 01 δωμάτιο
- 02 σύζυγος (ατόμου υψηλού αξιώματος)
- 03 θηκάρι, θήκη σπαθιού
- 04 κινεζικός αστερισμός "Στρατόπεδο" (μία από τις 28 σεληνιακές οικίες)
室内 しつない
ουσιαστικό
- 01 εσωτερικός, μέσα στο δωμάτιο
室長 しつちょう
ουσιαστικό
- 01 προϊστάμενος τμήματος, υπεύθυνος εργαστηρίου, διευθυντής γραφείου, υπεύθυνος δωματίου
室温 しつおん
ουσιαστικό
- 01 θερμοκρασία δωματίου
室 むろ
ουσιαστικό
- 01 θερμοκήπιο, παγοθήκη, υπόγειο
室町 むろまち
ουσιαστικό
- 01 περίοδος Μουρομάτσι (1336-1573)
室外 しつがい
ουσιαστικό
- 01 έξω (από δωμάτιο, κτίριο), εξωτερικός χώρος
室町時代 むろまちじだい
ουσιαστικό
- 01 περίοδος Μουρομάτσι (1336-1573)
室町幕府 むろまちばくふ
ουσιαστικό
- 01 σογκουνάτο Μουρομάτσι (1336-1573)
室外機 しつがいき
ουσιαστικό
- 01 εξωτερική μονάδα (κυρίως συμπυκνωτής κλιματιστικού)
室内灯 しつないとう
ουσιαστικό
- 01 φως δωματίου, εσωτερικός φωτισμός
室内プール しつないプール
ουσιαστικό
- 01 στεγασμένη πισίνα, εσωτερική πισίνα
室内履き しつないばき
ουσιαστικό
- 01 παντόφλες εσωτερικού χώρου
室内楽 しつないがく
ουσιαστικό
- 01 μουσική δωματίου
室内着 しつないぎ
ουσιαστικό
- 01 ρούχα σπιτιού, άνετα ρούχα που φορά κανείς στο σπίτι
室内装飾 しつないそうしょく
ουσιαστικό
- 01 εσωτερική διακόσμηση
室内犬 しつないけん
ουσιαστικό
- 01 σκύλος εσωτερικού χώρου, σκύλος σπιτιού
室内飼い しつないがい
ουσιαστικό
- 01 διατήρηση κατοικιδίου σε εσωτερικό χώρο
室内干し しつないぼし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσωτερικό στέγνωμα, άπλωμα ρούχων σε εσωτερικό χώρο
室内遊戯 しつないゆうぎ
ουσιαστικό
- 01 παιχνίδι εσωτερικού χώρου, ενασχόληση εντός σπιτιού