6 αποτελέσματα για «宥»

宥める なだめる

ρήμα

  1. 01 κατευνάζω, ηρεμώ, καθησυχάζω
宥めすかす なだめすかす

ρήμα

  1. 01 κατευνάζω και κολακεύω, μεταχειρίζομαι με τον κατάλληλο τρόπο για να ηρεμήσω κάποιον
宥和 ゆうわ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατευνασμός, συγκατάβαση, εξευμενισμός
宥恕 ゆうじょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγχώρεση, επιείκεια
宥和政策 ゆうわせいさく

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτική κατευνασμού
  1. 01 καταπραΰνω
  2. 02 ηρεμώ
  3. 03 κατευνάζω