71 αποτελέσματα για «宮»

みや

ουσιαστικό

  1. 01 ιερό
  2. 02 παλάτι, αυτοκρατορική κατοικία
  3. 03 αυτοκρατορικός πρίγκιπας, αυτοκρατορική πριγκίπισσα
  4. 04 κεφαλάρι κρεβατιού με ενσωματωμένα ράφια, συρτάρια κ.λπ.
  5. 05 ναός
宮殿 きゅうでん N1

ουσιαστικό

  1. 01 παλάτι
宮廷 きゅうてい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική αυλή, βασιλική αυλή
きゅう

ουσιαστικό

  1. 01 παλάτι
  2. 02 τόνος (της ιαπωνικής και κινεζικής πεντατονικής κλίμακας)
  3. 03 αρχαία κινεζική τιμωρία (ευνουχισμός για τους άνδρες ή περιορισμός για τις γυναίκες)
  4. 04 ζωδιακό σύμβολο
宮中 きゅうちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική αυλή
宮崎 みやざき

ουσιαστικό

  1. 01 Μιγιαζάκι (πόλη, νομός)
宮城 みやぎ

ουσιαστικό

  1. 01 Μιγιάγκι (νομός)
宮城県 みやぎけん

ουσιαστικό

  1. 01 νομός Μιγιάγκι (περιοχή Τοχόκου)
宮司 ぐうじ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιερέας
宮内 くない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός του Αυτοκρατορικού Παλατιού
  2. 02 Υπηρεσία του Αυτοκρατορικού Οίκου
宮仕え みやづかえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπηρεσία στην αυλή
宮地 みやち

ουσιαστικό

  1. 01 ιερός χώρος σιντοϊστικού ναού
宮崎県 みやざきけん

ουσιαστικό

  1. 01 νομός Μιγιαζάκι (Κιούσου)
宮家 みやけ

ουσιαστικό

  1. 01 οίκος αυτοκρατορικού πρίγκιπα
宮女 きゅうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 αυλικός, κυρία της αυλής
宮内庁 くないちょう

ουσιαστικό

  1. 01 Υπηρεσία Αυτοκρατορικής Αυλής
宮様 みやさま

ουσιαστικό

  1. 01 πρίγκιπας, πριγκίπισσα
宮内省 くないしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργείο του αυτοκρατορικού οίκου
宮廷画家 きゅうていがか

ουσιαστικό

  1. 01 αυλικός ζωγράφος
宮門 きゅうもん

ουσιαστικό

  1. 01 πύλη ανακτόρου