10 αποτελέσματα για «宴»

うたげ

ουσιαστικό

  1. 01 γιορτή, δεξίωση, τραπέζι
宴会 えんかい N2

ουσιαστικό

  1. 01 πάρτι, δεξίωση, εορταστικό δείπνο, γιορτή
宴席 えんせき

ουσιαστικό

  1. 01 δεξίωση, επίσημο δείπνο
宴会場 えんかいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα δεξιώσεων
宴もたけなわ えんもたけなわ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 πάρτι στο αποκορύφωμά του, γλέντι που βρίσκεται στο φόρτε του
宴を張る えんをはる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παραθέτω δείπνο, διοργανώνω δεξίωση
宴遊 えんゆう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αίθουσα δεξιώσεων, θέση σε συμπόσιο
宴楽 えんらく

ουσιαστικό

  1. 01 γλέντι, διασκέδαση, ξεφάντωμα
宴会政治 えんかいせいじ

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτική μέσω γευμάτων και δεξιώσεων
  1. 01 συμπόσιο, δεξίωση
  2. 02 γλέντι, γιορτή
  3. 03 πάρτι, δεξίωση, συγκέντρωση