3 αποτελέσματα για «寇»

寇 こう

ουσιαστικό

  1. 01 εισβολή, εισβολέας
寇する こうする

ρήμα

  1. 01 εισβάλλω
寇
  1. 01 ληστές
  2. 02 κλέφτες
  3. 03 εχθρός
  4. 04 εισβάλλω