11 αποτελέσματα για «寓»

寓話 ぐうわ

ουσιαστικό

  1. 01 μύθος, αλληγορία
寓意 ぐうい

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφό νόημα, συμβολισμός, δίδαγμα (μιας ιστορίας), αλληγορική σημασία
寓居 ぐうきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή διαμονή, διαμονή σε προσωρινή βάση
寓意的 ぐういてき

επίθετο

  1. 01 αλληγορικός, εμβληματικός
寓する ぐうする

ρήμα

  1. 01 διαμένω προσωρινά
  2. 02 υπονοώ
寓喩 ぐうゆ

ουσιαστικό

  1. 01 αλληγορία
寓意小説 ぐういしょうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 αλληγορία, αλληγορική ιστορία
寓言 ぐうげん

ουσιαστικό

  1. 01 αλληγορία, μύθος
寓目 ぐうもく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καρφώνω το βλέμμα μου σε
寓意劇 ぐういげき

ουσιαστικό

  1. 01 γκουουιγκέκι, ηθικοπλαστικό δράμα, αλληγορικό θεατρικό έργο
  1. 01 προσωρινή κατοικία
  2. 02 υπονοώ
  3. 03 υποδεικνύω